der eingang
ein
a:n
an
gang
gang
gang
eisgang

Ορισμός και σημασία του "eingang"στα γερμανικά

01

είσοδος, πρόσβαση

Ort, an dem man ein Gebäude betritt 
der Eingang definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Eingänge
γενική πτώση
Eingang(e)s
Παραδείγματα
Der Eingang ist auf der linken Seite. 

Η είσοδος βρίσκεται στην αριστερή πλευρά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

eingang

ein

+

gang

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store