Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
einfühlsam
01
συμπαθητικός, κατανοητικός
Mitfühlend und verständnisvoll
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am einfühlsamsten
συγκριτικός βαθμός
einfühlsamer
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Sie ist eine sehr einfühlsame Lehrerin, die auf jedes Kind eingeht.
Είναι μια πολύ συμπονετική δασκάλα που ανταποκρίνεται στις ανάγκες κάθε παιδιού.



























