einfältig
einfältig
aɪ̯nfɛltɪk
ainfeltik

Ορισμός και σημασία του "einfältig"στα γερμανικά

einfältig
01

αφελής, απλοϊκός

Naiv und leichtgläubig, oft aufgrund mangelnder Lebenserfahrung oder Urteilskraft 
einfältig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am einfältigsten
συγκριτικός βαθμός
einfältiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Verhalten, Charakter, Intelligenz
Παραδείγματα
Seine einfältigen Fragen verrieten mangelndes Weltwissen. 

Οι αφελείς ερωτήσεις του αποκάλυψαν έλλειψη κοσμικής γνώσης.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store