Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einfluss
01
επίδραση, επιρροή
Die Fähigkeit, Personen oder Ereignisse indirekt zu steuern oder zu verändern
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einflusses
πληθυντικός τύπος
Einflüsse
Παραδείγματα
Der Lehrer hatte positiven Einfluss auf seine Schüler.
Ο δάσκαλος είχε θετική επίδραση στους μαθητές του.
Λεξικό Δέντρο
einfluss
ein
fluss



























