Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Eindruck
01
εντύπωση, επίδραση
Eine Wirkung oder Vorstellung, die etwas auf jemanden macht
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eindruck(e)s
πληθυντικός τύπος
Eindrücke
Παραδείγματα
Er machte einen guten Eindruck beim Vorstellungsgespräch.
Έκανε καλή εντύπωση στη συνέντευξη εργασίας.



























