der eindruck
ein
a:n
an
druck
dʁʊk
drook

Ορισμός και σημασία του "eindruck"στα γερμανικά

01

εντύπωση, επίδραση

Eine Wirkung oder Vorstellung, die etwas auf jemanden macht 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Eindruck(e)s
πληθυντικός τύπος
Eindrücke
Παραδείγματα
Er machte einen guten Eindruck beim Vorstellungsgespräch. 

Έκανε καλή εντύπωση στη συνέντευξη εργασίας.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store