Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einbruch
01
διαρρήξεις, κλοπή
Das illegale Eindringen in ein Gebäude, um zu stehlen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einbruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Einbrüche
Παραδείγματα
Ein guter Alarm kann Einbrüche verhindern.
Ένας καλός συναγερμός μπορεί να αποτρέψει διαρρήξεις.



























