Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Einbruch
01
διαρρήξεις, κλοπή
Das illegale Eindringen in ein Gebäude, um zu stehlen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Einbrüche
γενική πτώση
Einbruch(e)s
Παραδείγματα
Der Einbruch geschah in der letzten Nacht.
Η διάρρηξη συνέβη χθες το βράδυ.
LanGeek



























