der Einbruch
Pronunciation
/ˈaɪ̯nbʁʊx/

Ορισμός και σημασία του "einbruch"στα γερμανικά

01

διαρρήξεις, κλοπή

Das illegale Eindringen in ein Gebäude, um zu stehlen
der Einbruch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Einbruch(e)s
πληθυντικός τύπος
Einbrüche
Παραδείγματα
Ein guter Alarm kann Einbrüche verhindern.
Ένας καλός συναγερμός μπορεί να αποτρέψει διαρρήξεις.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store