Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Ehepaar
01
παντρεμένο ζευγάρι, σύζυγοι
Zwei Menschen, die miteinander verheiratet sind
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Ehepaar(e)s
πληθυντικός τύπος
Ehepaare
Παραδείγματα
Das Ehepaar wohnt in einem kleinen Haus.
Το ζευγάρι ζει σε ένα μικρό σπίτι.
Λεξικό Δέντρο
ehepaar
ehe
paar



























