das ehepaar
ehepaar
e:əpa:ɐ
εαπα

Ορισμός και σημασία του "ehepaar"στα γερμανικά

01

παντρεμένο ζευγάρι, σύζυγοι

Zwei Menschen, die miteinander verheiratet sind 
das Ehepaar definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Ehepaare
γενική πτώση
Ehepaar(e)s
Παραδείγματα
Das Ehepaar wohnt in einem kleinen Haus. 

Το ζευγάρι ζει σε ένα μικρό σπίτι.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

ehepaar

ehe

+

paar

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store