eckig
e
ˈɛ
ε
ckig
kɪk
κικ

Ορισμός και σημασία του "eckig"στα γερμανικά

01

γωνιώδης, τετράγωνος

Mit Ecken oder Kanten versehen 
eckig definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
am eckigsten
συγκριτικός βαθμός
eckiger
διαβαθμίσιμο
κλιτό
θεματικό πεδίο
Form, Geometrie, Objekte
Παραδείγματα
Dieser Tisch hat eine eckige Form. 

Αυτό το τραπέζι έχει γωνιώδη μορφή.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store