dösen

Ορισμός και σημασία του "dösen"στα γερμανικά

dösen
01

κοιμάμαι ελαφρά, λαγοκοιμάμαι

Halb schlafen oder entspannt mit geschlossenen Augen liegen
dösen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
döse
γ΄ ενικό πρόσωπο
döst
ενεστώτα μετοχή
dösend
απλός αόριστος
döste
παθητική μετοχή
gedöst
Παραδείγματα
Die Katze döst vor sich hin.
Η γάτα κοιμάται ελαφρά.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store