Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dösen
01
κοιμάμαι ελαφρά, λαγοκοιμάμαι
Halb schlafen oder entspannt mit geschlossenen Augen liegen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
döse
γ΄ ενικό πρόσωπο
döst
ενεστώτα μετοχή
dösend
απλός αόριστος
döste
παθητική μετοχή
gedöst
Παραδείγματα
Die Katze döst vor sich hin.
Η γάτα κοιμάται ελαφρά.



























