Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
dürfen
01
έχω την άδεια, μπορώ
Erlaubnis haben, etwas zu tun
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
darf
γ΄ ενικό πρόσωπο
darf
ενεστώτα μετοχή
dürfend
απλός αόριστος
durfte
παθητική μετοχή
gedurft
Παραδείγματα
Sie dürfen das Handy nicht benutzen.
Δεν έχετε την άδεια να χρησιμοποιήσετε το τηλέφωνο.
02
μπορώ, έχω τη δυνατότητα
Eine Möglichkeit haben
Παραδείγματα
Es darf niemand davon erfahren.
Κανείς δεν πρέπει να το μάθει.



























