dürfen
dürfen
dʏʁfn
durfn

Ορισμός και σημασία του "dürfen"στα γερμανικά

dürfen
01

έχω την άδεια, μπορώ

Erlaubnis haben, etwas zu tun 
dürfen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κατάστασης
ανώμαλο
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
darf
γ΄ ενικό πρόσωπο
darf
ενεστώτα μετοχή
dürfend
απλός αόριστος
durfte
παθητική μετοχή
gedurft
Παραδείγματα
Darf ich hier sitzen? 

Μπορώ να καθίσω εδώ ;

02

μπορώ, έχω τη δυνατότητα

Eine Möglichkeit haben 
dürfen definition and meaning
Παραδείγματα
Das darf nicht wahr sein! 

Αυτό δεν μπορεί να είναι αλήθεια!

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store