Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
drücken
01
πιέζω, πατάω
Mit Kraft auf etwas pressen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt
ενεστώτα μετοχή
drückend
απλός αόριστος
drückte
παθητική μετοχή
gedrückt
Παραδείγματα
Er drückt das Buch in die Tasche.
Αυτός πιέζει το βιβλίο στην τσάντα.



























