drücken
Pronunciation
/ˈdʁʏkŋ̩/

Ορισμός και σημασία του "drücken"στα γερμανικά

drücken
01

πιέζω, πατάω

Mit Kraft auf etwas pressen
drücken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drücke
γ΄ ενικό πρόσωπο
drückt
ενεστώτα μετοχή
drückend
απλός αόριστος
drückte
παθητική μετοχή
gedrückt
Παραδείγματα
Er drückt das Buch in die Tasche.
Αυτός πιέζει το βιβλίο στην τσάντα.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store