drucken
drucken
dʁʊkng
drookng
drückenducken

Ορισμός και σημασία του "drucken"στα γερμανικά

drucken
01

εκτυπώνω, τυπώνω

Text oder Bilder auf Papier bringen 
drucken definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
drucke
γ΄ ενικό πρόσωπο
druckt
ενεστώτα μετοχή
druckend
απλός αόριστος
druckte
παθητική μετοχή
gedruckt
Παραδείγματα
Ich drucke das Dokument. 

Εκτυπώνω το έγγραφο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store