Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Drohung
01
απειλή, εκφοβισμός
Eine Äußerung oder Handlung, die jemandem Schaden androht, um ihn zu beeinflussen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Drohung
πληθυντικός τύπος
Drohungen
Παραδείγματα
Das war keine Bitte, sondern eine Drohung!
Αυτό δεν ήταν αίτημα, αλλά απειλή!



























