die drohung
dro
ˈdʁo:
dro
hung
ʊng
oong
drehung

Ορισμός και σημασία του "drohung"στα γερμανικά

01

απειλή, εκφοβισμός

Eine Äußerung oder Handlung, die jemandem Schaden androht, um ihn zu beeinflussen 
die Drohung definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Drohungen
γενική πτώση
Drohung
Παραδείγματα
Er äußerte eine Drohung gegen ihren Job, falls sie nicht kooperierte. 

Έβγαλε μια απειλή εναντίον της δουλειάς της αν δεν συνεργαζόταν.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store