Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Drittel
[gender: neuter]
01
τρίτο, ένα τρίτο
Ein Teil von etwas, das in drei gleich große Abschnitte geteilt ist
Παραδείγματα
Ein Drittel des Gehalts geht für Miete drauf.
Το ένα τρίτο του μισθού πηγαίνει στο ενοίκιο.


























