Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Das Drittel
01
τρίτο, ένα τρίτο
Ein Teil von etwas, das in drei gleich große Abschnitte geteilt ist
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
ουδέτερο
γενική πτώση
Drittels
πληθυντικός τύπος
Drittel
Παραδείγματα
Ein Drittel des Gehalts geht für Miete drauf.
Το ένα τρίτο του μισθού πηγαίνει στο ενοίκιο.



























