das drittel
drittel
dʁɪtl
dritl
kapitelputzmittel

Ορισμός και σημασία του "drittel"στα γερμανικά

01

τρίτο, ένα τρίτο

Ein Teil von etwas, das in drei gleich große Abschnitte geteilt ist 
das Drittel definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
ουδέτερο
πληθυντικός τύπος
Drittel
γενική πτώση
Drittels
Παραδείγματα
Ein Drittel der Schüler ist krank. 

Το ένα τρίτο των μαθητών είναι άρρωστο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store