der dreck
dreck
dʁɛk
drek
druckdreieck

Ορισμός και σημασία του "dreck"στα γερμανικά

01

βρωμιά, λάσπη

Unsauberes oder lockeres Material aus Erde oder Schmutz 
der Dreck definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Dreck(e)s
Παραδείγματα
Die Schuhe sind voller Dreck. 

Τα παπούτσια είναι γεμάτα dreck.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store