Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Diskrepanz
01
ασυμφωνία, απόκλιση
Ein Widerspruch oder eine Abweichung zwischen zwei oder mehreren Dingen, die eigentlich übereinstimmen sollten
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Diskrepanz
πληθυντικός τύπος
Diskrepanzen
Παραδείγματα
Diese Diskrepanz erklärt, warum das Projekt scheiterte.
Αυτή η απόκλιση εξηγεί γιατί το έργο απέτυχε.



























