Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Diskriminierung
01
διακρίσεις, άνιση μεταχείριση
Ungerechte oder schlechtere Behandlung einer Person wegen bestimmter Merkmale
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Diskriminierung
Παραδείγματα
Diskriminierung am Arbeitsplatz ist verboten.
Η διάκριση στον χώρο εργασίας απαγορεύεται.



























