Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Distanz
[gender: feminine]
01
απόσταση, διάστημα
Der Abstand zwischen zwei Punkten oder Orten
Παραδείγματα
Die Distanz im Rennen ist zehn Kilometer lang.
Η απόσταση στον αγώνα είναι δέκα χιλιόμετρα.


























