die cola
co
ˈko:
ko
la
la
la
kohle

Ορισμός και σημασία του "cola"στα γερμανικά

01

κόλα, ανθρακούχο ποτό

Süßes, kohlensäurehaltiges Getränk mit dunkler Farbe 
die Cola definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Colas
γενική πτώση
Cola
Παραδείγματα
Ich trinke gern Cola mit Eis. 

Μου αρέσει να πίνω cola με πάγο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store