Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Couch
[gender: feminine]
01
καναπές, σαλόνι
Bequemes Möbelstück zum Sitzen oder Liegen, oft für mehrere Personen
Παραδείγματα
Die Katze schläft gern auf der Couch.
Η γάτα αρέσκεται να κοιμάται στον καναπέ.


























