die Couch
Pronunciation
/kaʊ̯tʃ/

Ορισμός και σημασία του "couch"στα γερμανικά

01

καναπές, σαλόνι

Bequemes Möbelstück zum Sitzen oder Liegen, oft für mehrere Personen
die Couch definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Couch
πληθυντικός τύπος
Couchs
Παραδείγματα
Die Katze schläft gern auf der Couch.
Η γάτα αρέσκεται να κοιμάται στον καναπέ.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store