der computer
computer
kɔmpju:tɐ
kawmpyoot
compiler

Ορισμός και σημασία του "computer"στα γερμανικά

01

υπολογιστής, υπολογιστής

Ein elektronisches Gerät zum Arbeiten, Lernen und Spielen 
der Computer definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Computer
γενική πτώση
Computers
Παραδείγματα
Mein Computer ist schnell. 

Ο υπολογιστής μου είναι γρήγορος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

computer
compute
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store