Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Computer
01
υπολογιστής, υπολογιστής
Ein elektronisches Gerät zum Arbeiten, Lernen und Spielen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Computer
γενική πτώση
Computers
Παραδείγματα
Mein Computer ist schnell.
Ο υπολογιστής μου είναι γρήγορος.



























