Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Bürgermeister
01
Die gewählte Person, die eine Stadt oder Gemeinde leitet
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bürgermeister
αρσενικό ενικό
Bürgermeister
θηλυκό ενικό
Bürgermeisterin
neutral form
Bürgermeisteramt
γενική πτώση
Bürgermeisters
Παραδείγματα
Der Bürgermeister hält eine Rede im Rathaus.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
bürgermeister
bürger
meister



























