der bürgermeister
bürgermeister
bʏʁgɐmaɪstɐ
burgmaist

Ορισμός και σημασία του "bürgermeister"στα γερμανικά

Der Bürgermeister
01

Die gewählte Person, die eine Stadt oder Gemeinde leitet 

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bürgermeister
αρσενικό ενικό
Bürgermeister
θηλυκό ενικό
Bürgermeisterin
neutral form
Bürgermeisteramt
γενική πτώση
Bürgermeisters
Παραδείγματα
Der Bürgermeister hält eine Rede im Rathaus. 

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

bürgermeister

bürger

+

meister

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store