der Bürgermeister
Pronunciation
/ˈbʏʁɡɐˌmaɪ̯stɐ/

Ορισμός και σημασία του "bürgermeister"στα γερμανικά

Der Bürgermeister
[gender: masculine]
01

Die gewählte Person, die eine Stadt oder Gemeinde leitet

γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Bürgermeisters
πληθυντικός τύπος
Bürgermeister
Παραδείγματα
Der Bürgermeister plant neue Projekte für die Stadt.

Λεξικό Δέντρο

bürgermeister

bürger

+

meister

App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store