die bühne
büh
ˈby:
by
ne
buhnebohne

Ορισμός και σημασία του "bühne"στα γερμανικά

01

σκηνή, βήμα

Ein erhöhter Platz, auf dem Schauspieler oder Musiker auftreten 
die Bühne definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bühne
πληθυντικός τύπος
Bühnen
Παραδείγματα
Die Schauspieler stehen auf der Bühne. 

Οι ηθοποιοί στέκονται στη σκηνή.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store