Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Büchse
[gender: feminine]
01
κουτί, κονσέρβα
Ein kleines Metallgefäß, meist rund, zum Aufbewahren von Lebensmitteln oder Getränken
Παραδείγματα
Die Büchse rostet nicht.
Το κουτί δεν σκουριάζει.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
κουτί, κονσέρβα