der bär
bär
bɛ:ɐ̯
be
bier

Ορισμός και σημασία του "bär"στα γερμανικά

01

αρκούδα

ein großes, kräftiges Säugetier mit dichtem Fell und starken Pfoten 
der Bär definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
ζώο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Bären
αρσενικό ενικό
Bär
θηλυκό ενικό
Bärin
γενική πτώση
Bären
Παραδείγματα
Der Bär lebt in Wäldern und Bergen. 

Η αρκούδα ζει σε δάση και βουνά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store