der bus
bus
bʊs
boos
jusmusskussnuss

Ορισμός και σημασία του "bus"στα γερμανικά

01

λεωφορείο, λεωφορείο

Ein großes Fahrzeug für den öffentlichen Transport vieler Personen 
der Bus definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Busse
γενική πτώση
Busses
Παραδείγματα
Der Bus kommt in zehn Minuten. 

Το λεωφορείο φτάνει σε δέκα λεπτά.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

autobus
bus
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store