buchen
Pronunciation
/ˈbuːχn̩/

Ορισμός και σημασία του "buchen"στα γερμανικά

buchen
01

κάνω κράτηση, παραγγέλνω

Etwas für einen bestimmten Zeitraum reservieren oder bestellen
buchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
buche
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucht
ενεστώτα μετοχή
buchend
απλός αόριστος
buchte
παθητική μετοχή
gebucht
Παραδείγματα
Kann man hier auch Mietwagen buchen?
Μπορεί κανείς να κάνει κράτηση για ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και εδώ;
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store