Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
buchen
01
κάνω κράτηση, παραγγέλνω
Etwas für einen bestimmten Zeitraum reservieren oder bestellen
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
buche
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucht
ενεστώτα μετοχή
buchend
απλός αόριστος
buchte
παθητική μετοχή
gebucht
Παραδείγματα
Kann man hier auch Mietwagen buchen?
Μπορεί κανείς να κάνει κράτηση για ενοικιαζόμενα αυτοκίνητα και εδώ;



























