buchen
bu
ˈbu:
boo
chen
xən
khēn
buhen

Ορισμός και σημασία του "buchen"στα γερμανικά

buchen
01

κάνω κράτηση, παραγγέλνω

Etwas für einen bestimmten Zeitraum reservieren oder bestellen 
buchen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
buche
γ΄ ενικό πρόσωπο
bucht
ενεστώτα μετοχή
buchend
απλός αόριστος
buchte
παθητική μετοχή
gebucht
Παραδείγματα
Ich möchte einen Flug nach Berlin buchen. 

Θέλω να κάνω κράτηση για μια πτήση στο Βερολίνο.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store