Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Buchhändler
01
βιβλιοπώλης, πωλητής βιβλίων
Eine Person oder ein Unternehmen, das beruflich Bücher verkauft, entweder in einem Geschäft oder online
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Buchhändler
αρσενικό ενικό
Buchhändler
θηλυκό ενικό
Buchhändlerin
neutral form
Buchhandel
γενική πτώση
Buchhändlers
Παραδείγματα
Der Buchhändler empfahl mir einen neuen Roman.
Ο βιβλιοπώλης μου συνέστησε ένα νέο μυθιστόρημα.
LanGeek



























