brutto
Pronunciation
/ˈbʀʊto/

Ορισμός και σημασία του "brutto"στα γερμανικά

01

ακαθάριστο, πριν από τους φόρους

Ohne Abzüge, vor Steuern und anderen Kosten
γραμματικές πληροφορίες
μη συγκρίσιμο
Παραδείγματα
Das Gehalt wird brutto angegeben.
Ο μισθός αναφέρεται ακαθάριστος.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store