bluten
Pronunciation
/ˈbluːtən/

Ορισμός και σημασία του "bluten"στα γερμανικά

bluten
01

αιμορραγώ, χάνω αίμα

Wenn Blut aus dem Körper kommt
bluten definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
blute
γ΄ ενικό πρόσωπο
blutet
ενεστώτα μετοχή
blutend
απλός αόριστος
blutete
παθητική μετοχή
geblutet
Παραδείγματα
Sie hilft ihm, weil er blutet.
Αυτή τον βοηθά γιατί αυτός αιμορραγεί.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store