die Blockade
Pronunciation
/blɔˈkaːdə/

Ορισμός και σημασία του "blockade"στα γερμανικά

01

αποκλεισμός, πολιορκία

Das vollständige Sperren oder Abriegeln eines Gebiets oder Landes
die Blockade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Blockade
πληθυντικός τύπος
Blockaden
Παραδείγματα
Die Blockade dauerte mehrere Monate.
Ο αποκλεισμός διήρκεσε αρκετούς μήνες.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store