die blockade
blo
blɔ
μπλο
cka
ˈka:
κα
de
ντα

Ορισμός και σημασία του "blockade"στα γερμανικά

01

αποκλεισμός, πολιορκία

Das vollständige Sperren oder Abriegeln eines Gebiets oder Landes 
die Blockade definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
γραμματικό γένος
θηλυκό
πληθυντικός τύπος
Blockaden
γενική πτώση
Blockade
Παραδείγματα
Die Stadt war während des Krieges unter Blockade. 

Η πόλη ήταν υπό αποκλεισμό κατά τη διάρκεια του πολέμου.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store