blickkontakt
blick
blɪk
blik
kon
kɔn
kawn
takt
takt
takt

Ορισμός και σημασία του "blickkontakt"στα γερμανικά

Der Blickkontakt
[gender: masculine]
01

οπτική επαφή, άμεση ματιά

Direkter Augenkontakt zwischen zwei Personen
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Blickkontakt(e)s
πληθυντικός τύπος
Blickkontakte
Παραδείγματα
Blickkontakt ist in Bewerbungsgesprächen wichtig.
Η οπτική επαφή είναι σημαντική στις συνεντεύξεις εργασίας.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store