bezaubernd

Ορισμός και σημασία του "bezaubernd"στα γερμανικά

bezaubernd
01

γοητευτικός, μαγευτικός

Sehr schön und charmant
bezaubernd definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Seine Stimme ist bezaubernd.
Η φωνή του είναι γοητευτική.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store