bezahlen
be
be
zah
ˈtsa:
tsa
len
lən
lēn
befehlenbefühlen

Ορισμός και σημασία του "bezahlen"στα γερμανικά

bezahlen
01

πληρώνω, καταβάλλω

Geld für etwas geben, um es zu bekommen 
bezahlen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα δράσης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
zahlen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bezahle
γ΄ ενικό πρόσωπο
bezahlt
ενεστώτα μετοχή
bezahlend
απλός αόριστος
bezahlte
παθητική μετοχή
bezahlt
Παραδείγματα
Ich bezahle die Rechnung. 

Εγώ πληρώνω τον λογαριασμό.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store