bewähren
Pronunciation
/bəˈvɛːʀən/

Ορισμός και σημασία του "bewähren"στα γερμανικά

bewähren
01

αποδεικνύω τον εαυτό μου, επιβεβαιώνω τον εαυτό μου

Sich in einer schwierigen Situation oder über Zeit als zuverlässig, stark oder erfolgreich erweisen
bewähren definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ρήμα κατάστασης
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
währen
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
bewähre
γ΄ ενικό πρόσωπο
bewährt
ενεστώτα μετοχή
bewährend
απλός αόριστος
bewährte
παθητική μετοχή
bewährt
Παραδείγματα
Die Brücke bewährte sich auch nach 50 Jahren noch perfekt.
Η γέφυρα αποδείχθηκε τέλεια ακόμα και μετά από 50 χρόνια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store