Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Bewegung
01
κίνηση, μετακίνηση
Eine Änderung der Position oder Lage von etwas oder jemandem
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Bewegung
πληθυντικός τύπος
Bewegungen
Παραδείγματα
Die Katze war in ständiger Bewegung.
Η γάτα ήταν σε συνεχή κίνηση.



























