Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Beweggrund
01
κίνητρο, αιτία
Der innere Antrieb oder konkrete Anlass für eine Handlung oder Entscheidung
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Beweggrund(e)s
πληθυντικός τύπος
Beweggründe
Παραδείγματα
Ohne Beweggrund tat er nichts.
Χωρίς κίνητρο, δεν έκανε τίποτα.



























