bewegen
Pronunciation
/bəˈveːɡən/

Ορισμός και σημασία του "bewegen"στα γερμανικά

bewegen
01

-, -

γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
φραστικό
ομαλό
αχώριστο
μόριο
be
βασικό ρήμα
wegen
βοηθητικό ρήμα
haben
απλός αόριστος
bewegte
παθητική μετοχή
bewegt
Παραδείγματα
Mir tut der Arm weh, wenn ich ihn bewege.
02

-, -

Παραδείγματα
Die Hose ist mir zu eng. Ich kann mich kaum bewegen.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store