der betreuer
betreuer
bɛtʁɔʏɐ
betrawu
betrügerbetreiber

Ορισμός και σημασία του "betreuer"στα γερμανικά

01

κηδεμόνας, φύλακας

Eine Person, die für die Betreuung und Unterstützung anderer verantwortlich ist 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Betreuer
αρσενικό ενικό
Betreuer
θηλυκό ενικό
Betreuerin
neutral form
Betreuungsperson
γενική πτώση
Betreuers
Παραδείγματα
Der Betreuer hilft den Kindern im Ferienlager. 

Ο επιβλέπων βοηθά τα παιδιά στο καλοκαιρινό στρατόπεδο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store