Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Betreiber
01
χειριστής, εκμεταλλευτής
Eine Person oder Organisation, die eine Anlage, Einrichtung oder Dienstleistung verwaltet und unterhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
gender specific
γραμματικό γένος
αρσενικό
πληθυντικός τύπος
Betreiber
αρσενικό ενικό
Betreiber
θηλυκό ενικό
Betreiberin
neutral form
Betreibende
γενική πτώση
Betreibers
Παραδείγματα
Der Betreiber des Parkhauses ist für die Sicherheit verantwortlich.
Ο χειριστής του πάρκινγκ είναι υπεύθυνος για την ασφάλεια.



























