Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Betreiber
[gender: masculine]
01
χειριστής, εκμεταλλευτής
Eine Person oder Organisation, die eine Anlage, Einrichtung oder Dienstleistung verwaltet und unterhält
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Betreibers
πληθυντικός τύπος
Betreiber
Παραδείγματα
Die Betreiber der U-Bahn haben die Preise erhöht.
Οι χειριστές του μετρό αύξησαν τις τιμές.



























