Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
betrachten
[past form: betrachtete]
01
εξετάζω, παρατηρώ
Etwas mit den Augen oder dem Verstand intensiv ansehen, prüfen oder analysieren
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
α΄ ενικό πρόσωπο
betrachte
γ΄ ενικό πρόσωπο
betrachtet
ενεστώτα μετοχή
betrachtend
απλός αόριστος
betrachtete
παθητική μετοχή
betrachtet
Παραδείγματα
Die Schüler betrachten das Experiment.
Οι μαθητές εξετάζουν το πείραμα.
02
θεωρώ, αξιολογώ
Etwas oder jemanden in einer bestimmten Weise interpretieren, bewerten oder einordnen
Παραδείγματα
Sie betrachtet den Vorschlag als beleidigend.
Αυτή θεωρεί την πρόταση προσβλητική.



























