Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
beteuern
01
etwas eindringlich und nachdrücklich als wahr versichern
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ομαλό
βοηθητικό ρήμα
haben
Παραδείγματα
Der Angeklagte beteuerte seine Unschuld.
Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
etwas eindringlich und nachdrücklich als wahr versichern