Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Besserung
[gender: feminine]
01
βελτίωση
Verbesserung eines Zustands oder der Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Besserung
Παραδείγματα
Eine Besserung der politischen Situation ist notwendig.
Μια βελτίωση της πολιτικής κατάστασης είναι απαραίτητη.
02
ανάρρωση, βελτίωση
Rückkehr zur Gesundheit
Παραδείγματα
Ärzte sind optimistisch wegen der Besserung des Patienten.
Οι γιατροί είναι αισιόδοξοι λόγω της βελτίωσης του ασθενούς.



























