Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Die Besserung
01
βελτίωση
Verbesserung eines Zustands oder der Situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
γραμματικό γένος
θηλυκό
γενική πτώση
Besserung
Παραδείγματα
Die Besserung der Lebenssituation ist das Hauptziel.
Η βελτίωση της κατάστασης ζωής είναι ο κύριος στόχος.
02
ανάρρωση, βελτίωση
Rückkehr zur Gesundheit
Παραδείγματα
Nach der Operation zeigte er eine schnelle Besserung.
Μετά την εγχείρηση, έδειξε μια γρήγορη βελτίωση.



























