Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Der Besitzanspruch
01
αξίωση ιδιοκτησίας, δικαίωμα κατοχής
Wenn jemand sagt, dass etwas ihm gehört
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
γραμματικό γένος
αρσενικό
γενική πτώση
Besitzanspruchs
πληθυντικός τύπος
Besitzansprüche
Παραδείγματα
Er hat einen Besitzanspruch auf das Haus.
Έχει δικαίωμα ιδιοκτησίας στο σπίτι.



























