Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
besetzt
01
κατειλημμένος, απασχολημένος
Bereits in Benutzung
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Parkplatz ist besetzt.
Η θέση στάθμευσης είναι κατειλημμένη.
02
κατειλημμένος, απασχολημένος
Belegt oder blockiert
Παραδείγματα
Die Leitung ist besetzt.
Η γραμμή είναι κατειλημμένη.



























