besetzt
be
setzt
ˈzɛtst
zetst
zuletztvernetztjetzt

Ορισμός και σημασία του "besetzt"στα γερμανικά

01

κατειλημμένος, απασχολημένος

Bereits in Benutzung 
besetzt definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
μη διαβαθμίσιμο
κλιτό
Παραδείγματα
Der Parkplatz ist besetzt. 

Η θέση στάθμευσης είναι κατειλημμένη.

02

κατειλημμένος, απασχολημένος

Belegt oder blockiert 
besetzt definition and meaning
Παραδείγματα
Die Leitung ist besetzt. 

Η γραμμή είναι κατειλημμένη.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store